|
|
|
|
|
ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ
|
|
διάκονος, ο
Κατώτερο εκκλησιαστικό αξίωμα. Χειροτονούνταν κάποιος διάκονος από την ηλικία των 25 ετών και μετά. Επιτρεπόταν να είναι έγγαμος, αν ο γάμος είχε τελεστεί πριν από τη χειροτονία.
|
καρδινάλιος, ο
Το ανώτερο, μετά τον πάπα, εκκλησιαστικό αξίωμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (από το λατ. cardinalis = πρωτεύων).
|
τιτουλάριος, ο
1. Εκκλησιαστικός αξιωματούχος που έφερε για λόγους διάκρισης τον τίτλο του επισκόπου ή μητροπολίτη μιας ανενεργού εκκλησιαστικής επαρχίας. 2. Ο κάτοχος ενός τίτλου που έχει δοθεί τιμής ένεκεν, χωρίς να περιέχει καμία αρμοδιότητα.
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|
|